ἐτώσιος

ἐτώσιος, ον, (ἐτός A) [dialect] Ep. Adj.
A to no purpose, fruitless,

βέλος ὠκὺ ἐ. ἔκφυγε χειρός Il.14.407

; ἐτώσια πίπτει ἔραζε [βέλεα] 17.633; τὰ δὲ πάντα ἐ. θῆκεν Ἀθήνη made them fruitless, Od.22.256;

δῶρα δ' ἐ. ταῦτα χαρίζεο 24.283

; useless, unprofitable,

ἐ. ἄχθος ἀρούρης Il.18.104

;

ἐ. πόλλ' ἀγορεύειν Hes.Op.402

; ἔργον ἐ. λιπεῖν to leave it undone, ib. 440; ἐτώσια χερσὶ προδεικνύς, i.e. making mere feints, not real blows, Theoc.22.102: masc., first in Id.25.236 ([etym.] ὀϊστός): fem., Orph.L. 539: neut. ἐτώσιον, as Adv., Id.A.700; pl.,

ἐτώσια γηράσκοντας A.R. 2.893

, cf. Theoc.1.38: regul. Adv. -ίως Sch.Ar.Ec.246.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετώσιος — ἐτώσιος, ον (Α) (επικ. επίθ.) 1. μάταιος, άσκοπος («βέλος ὠκὺ ἐτώσιον ἔκφυγε χειρός», Ομ. Ιλ.) 2. ανωφελής, άχρηστος, περιττός («σὺ δ ἐτώσια πόλλ ἀγορεύσεις», Ησίοδ.) 3. αυτός που δεν έχει φθάσει εις πέρας, ανεκτέλεστος, ατέλειωτος («τὸ δ ἔργον… …   Dictionary of Greek

  • ἐτώσιος — to no purpose masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτωσίως — ἐτώσιος to no purpose adverbial ἐτώσιος to no purpose masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτώσιον — ἐτώσιος to no purpose masc/fem acc sg ἐτώσιος to no purpose neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτωσίου — ἐτώσιος to no purpose masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτώσια — ἐτώσιος to no purpose neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αετώσιος — ἀετώσιος, ον (Α) αντί τού ἐτώσιος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ προθ. + ἐτώσιος] …   Dictionary of Greek

  • ετωσιοεργός — ἐτωσιοεργός, όν (Α) αυτός που εργάζεται μάταια, άσκοπα ή νωθρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετώσιος «μάταιος» + εργος (< έργο), πρβλ. αγαθο εργός, εν εργός] …   Dictionary of Greek

  • ετός — Χρονικό διάστημα το οποίο χρειάζεται η Γη για να συμπληρώσει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Κατά το διάστημα αυτής της περιφοράς, η Γη εκτελεί 366 ολόκληρες περιστροφές –και ένα μέρος– γύρω στον άξονά της. Αν λάβουμε υπόψη τις διαδοχικές… …   Dictionary of Greek

  • πανετώσιος — ον, Α ο εντελώς μάταιος, ο χωρίς αποτέλεσμα, ανώφελος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ἐτώσιος «μάταιος»] …   Dictionary of Greek

  • περιώσιος — και αιολ. τ. περώσιος, ον, Α 1. άπειρος, πολυπληθής (α. «περιώσια χρήματα», Σόλ. β. «περιώσια φῡλα», Απολλ. Ροδ.) 2. σπάνιος 3. (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) περιώσιον και περιώσια υπέρμετρα, υπερβολικά 4. φρ. «περιώσιον ἄλλων» περισσότερο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.